Thursday, November 08, 2007

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 8

Νέα Ελληνική Λογοτεχνία
ΛΕΙΑ ΒΙΤΑΛΗ
Παραγωγική και με διακρίσεις σε θεατρικά έργα και μυθιστορήματα

- Τι σας έφερε στα νερά της πεζογραφίας;
- Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ταξίδευα με τις ιστορίες. Όταν δεν ήξερα ακόμη γραφή τις διηγιόμουν. Μετά άρχισα να τις γράφω. Ακόμη το μέσον που με ταξιδεύει στη ζωή είναι οι ιστορίες. Δεν ξέρω αν έζησα ποτέ την αληθινή πραγματικότητα. Και για να πω την αλήθεια δεν είμαι σίγουρη ότι κανείς μας μπορεί να τη ζήσει χωρίς να την μεταπλάσει σε ιστορίες κάποιας μορφής.

- Πώς εισπράττετε το ελληνικό μυθιστόρημα της σήμερον, κυρίως αυτό της «παραλίας». Αφήνει τελικά θετικά πράγματα στον αναγνώστη;
- Όλα τα μυθιστορήματα είναι ιστορίες. Ακόμη κι αυτά που λέτε της «παραλίας». Δεν αποκλείει τίποτα να είναι καλογραμμένα και να έχουν μια ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθούν που κάποιος επιθυμεί να τη διαβάσει. Δεν υπάρχουν πια κακογραμμένα βιβλία. Στην πλειονότητά τους χουν αρχή μέση τέλος και κεντρικό θέμα. Είναι γραμμένα σύμφωνα με τους κανόνες συγγραφής ενός μυθιστορήματος. Μπορεί να λείπει η εμβάθυνση στους χαρακτήρες, το ψάξιμο πίσω από την ιστορία, ο αφουγκρασμός των ψυχικών κραδασμών, ο σπινθήρας, αν θέλετε, που θα το απογειώσει. Αλλά κάθε μυθιστόρημα, πιστεύω, είναι ο καθρέφτης του δημιουργού του. Ποτέ κανείς δεν έγραψε με διαφορετικό τρόπο απ’ ότι ο ίδιος μπορεί να αντιμετωπίσει, να κρίνει ή να γευτεί τη ζωή. Ακόμη και στην περίπτωση που το μυθιστόρημα είναι ελάχιστα αυτοβιογραφικό, πίσω από την αφήγηση υπάρχει ο ίδιος ο συγγραφέας. Είναι σα να μου λέτε εμένα να γράψω ένα μυθιστόρημα στα κινέζικα. Μα αφού δεν τα ξέρω πώς να το γράψω; Απλά πράγματα.

- Έχετε υπηρετήσει απ’ ότι γνωρίζω το ιστορικό μυθιστόρημα. Προτιμάτε να γράφετε πεζά αυτού του είδους, κοινωνικά ή θεατρικά έργα;
- Να μια ερώτηση που κατά τη γνώμη μου δεν έχει πραγματική απάντηση. Σε όλα μου τα μυθιστορήματα υπάρχει μέσα το ιστορικό ή το κοινωνικό στοιχείο. Ακόμη και στα διηγήματά μου ή στα θεατρικά μου έργα. Λατρεύω την ιστορία και όλα όσα μας διαμορφώνουν. Θα ήταν δύσκολο για μένα να μην εντάσσω σε ένα ιστορικό ή κοινωνικό πλαίσιο τις ιστορίες μου. Αφού οι ίδιες οι ιστορίες έχουν δημιουργηθεί από αυτό. Δεν διαλέγω ποτέ τι είδος θα γράψω. Αυτό γίνεται μόνο του. Αυτό που διεγείρει την επιθυμία μου να ασχοληθώ μαζί του, φέρει αφ’ εαυτού του τη μορφή.

- Τι κατά τη γνώμη σας είχε περισσότερη ανταπόκριση από το συγγραφικό σας έργο, ο θεατρικός λόγος ή το μυθιστόρημα;
- Να σας πω την αλήθεια δεν μπορώ να τα ξεχωρίσω. Νομίζω και τα δυο. Είχα εξαιρετικές κριτικές και πολύ κακές ταυτόχρονα για το ίδιο έργο. Συγχρόνως ορισμένα βιβλία μου διαβάστηκαν πολύ και μεγάλος αριθμός ατόμων παρακολούθησε τα θεατρικά μου έργα και εδώ και στο εξωτερικό. Όμως όλα αυτά άργησαν να γίνουν. Τα βιβλία μου άρχισαν να εκδίδονται το 1986. Και χτυπάω πόρτες θεάτρων από πολύ νωρίτερα.

- Πριν χρόνια η «Άννα Χ» έγινε σειρά στην τηλεόραση. Κατά πόσον ένα έργο μπορεί να αποδώσει στην τηλεόραση τις πτυχές των ποιοτικών στοιχείων που έχει στο βιβλίο;
- Η εικόνα είναι εικόνα. Το βιβλίο εμπεριέχει νοήματα που δεν απεικονίζονται. Πάντα κάτι θα μείνει έξω. Και αν προσπαθήσουν οι συντελεστές να συμπεριληφθεί, τότε σαν ταινία θα γίνει βαρετή. Φυσικά παίζει ρόλο η ικανότητα του σκηνοθέτη να αντιληφθεί αλλά και η οικονομική ευχέρεια του παραγωγού να χρηματοδοτήσει γενικότερα την παραγωγή. Το «Άρωμα» που είδα τελευταία ήταν μια ακριβή παραγωγή, είχε πολύ καλές ερμηνείες, εξαιρετικά σκηνικά, φωτισμούς, γενικά τεχνική υποστήριξη, δυνατό σενάριο. Αλλά δεν είχε το… ‘αρωμα του βιβλίου.

- Αν η δημιουργική γραφή απελευθερώνει τα ένστικτα, μήπως η κριτική τα περιορίζει;
- Ελάτε τώρα. Δεν γράφουμε για την κριτική. Απλώς μας ενδιαφέρει η γνώμη κάποιων κριτικών που εκτιμάμε. Όταν η κριτική είναι καλοπροαίρετη κι όταν υποδεικνύει πράγματα που μπορούν να βοηθήσουν είναι καλοδεχούμενη ακόμη και αρνητική. Αν ο συγγραφέας ακολουθεί… το ένστικτό του κάνει πάντα το καλύτερο που μπορεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο συγγραφέας δεν αφήνεται να παρασυρθεί και προσπαθεί να χειραγωγήσει το υλικό του σύμφωνα με τη λογική του. Τότε δεν γράφει μυθιστόρημα αλλά δοκίμιο. Δεν το θεωρώ υποδεέστερο. Απλώς είναι διαφορετικό. Το μυθιστόρημα θέλει… τρέλα! Όχι βέβαια ότι δεν πρέπει να ελέγχεις τις κινήσεις σου. Η χρυσή τομή του μυθιστορήματος νομίζω βρίσκεται στα όρια που συναντιέται η τρέλα με τη λογική.

- Γιατί διαλέξατε το Βυζάντιο σαν εποχή στο τελευταίο σας βιβλίο που κυκλοφορεί, την «Ιερή Παγίδα»;
- Ήθελα να μιλήσω για το σήμερα. Αλλά τα γεγονότα της επικαιρότητας είναι ένα καυτό υλικό που σε αναγκάζει να βρίσκεσαι εν θερμώ όταν θέλεις να μιλήσεις γι’ αυτά. Δηλαδή για τον πόλεμο, για την ήττα των αδύναμων, για την απληστία των δυνατών, για την εκμετάλλευση, για τον θάνατο των ανυπαίτιων. Η εποχή του Βυζαντίου είναι μια σκοτεινή εποχή σαν τη δική μας και τα εμπεριέχει όλ’ αυτά. Μιλώντας για τότε είναι σαν να μιλάς για τώρα. Βλέπεις ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται και ίσως αυτή την επανάληψη να μη μπορέσουμε να τη σταματήσουμε ποτέ. Επιπλέον η Κωνσταντινούπολη είναι ο τόπος της καταγωγής μου και όλο εκεί γυροφέρνω τα τελευταία χρόνια ψάχνοντας τις ρίζες μου. Εκεί λοιπόν, καθώς βουτούσα στο παρελθόν, συναντήθηκα με την Άλωση. Και ανακάλυψα έναν ήρωα που δεν είπε γι’ αυτόν πολλά η επίσημη ιστορία. Τον μικρότερο γιο του τελευταίου πρωθυπουργού του Βυζαντίου, τον Ιάκωβο Νοταρά. Είναι ένας αμφιλεγόμενος ήρωας για τον οποίον άλλοι λένε ότι τον σκότωσε ο Μωάμεθ ο Πορθητής μετά την άλωση κι άλλοι ότι τον απήγαγε στο χαρέμι του νιώθοντας γι’ αυτόν ερωτική έλξη. Προτίμησα τη δεύτερη εκδοχή. Δίνω λοιπόν μια διαφορετική εκδοχή της ιστορίας τότε μέσα από τη ζωή αυτού του δεκατετράχρονου πρίγκιπα που η άλωση πέρασε στην κυριολεξία από το κορμί και την ψυχή του. Γι αυτό το βιβλίο δούλεψα 11 χρόνια. Δεν ξέρω αν έγραψα ένα καλό, όπως λένε, βιβλίο, αλλά, θέλω να πιστεύω, ότι βγήκα απ’ αυτό πιο σοφή.

- Οι αποκλίσεις τρέφουν το συγγραφέα ή καλλιεργούν τη βουλιμία του αναγνώστη;
- Θα έλεγα γιατί όχι και τα δυο. Αλλά βέβαια δεν συμβαίνει με όλους τους συγγραφείς ούτε με όλους τους αναγνώστες. Χρειάζεται τόλμη και από τα δυο μέρη.

- Στο όνομα της αλήθειας, πότε ο συγγραφέας μπορεί να αγνοήσει τη δεοντολογία και να υπεισέλθει σε «απαγορευμένα» πεδία;
- Κατ’ αρχήν δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια και μοναδική αλήθεια, για να εξηγούμαστε. Από κει και ύστερα ο συγγραφέας όχι απλώς μπορεί αλλά, θα έλεγα, έχει υποχρέωση να αγνοεί τη δεοντολογία. Και να υπεισέρχεται με ανατομικό νυστέρι, αν μπορεί, στα απαγορευμένα πεδία. Για μένα αυτό θα πει συγγραφέας. Να δείχνει εκείνο το πρόσωπο της πραγματικότητας που μόνος του ο αναγνώστης δεν έχει τη δυνατότητα να αντικρίσει. Ο συγγραφέας δεν είναι διασκεδαστής. Υπάρχουν άλλοι μπορούν να παίξουν αυτό το ρόλο καλύτερα. Αλλά όχι βέβαια και τρομοκράτης. Ας μη ξεχνάμε ότι υπάρχει πάντα μια χρυσή τομή.

- Τι ετοιμάζετε για το άμεσο μέλλον;
- Ήδη έχω ξεκινήσει κάποιο νέο μυθιστόρημα εμπνευσμένο από μια πραγματική ιστορία της σημερινής εποχής. Μαζεύω στοιχεία και το γράφω στο ίντερνετ, σ’ ένα μπλογκ που έχω δημιουργήσει με την διεύθυνση
www.leiavitali.blogspot.com. Εκεί γράφω τις σκέψεις μου, αποσπάσματα από το κείμενο σε πρωτόλεια μορφή και προχωρώ. Οι επισκέπτες του μπλογκ μου διαβάζουν και σχολιάζουν το κείμενο. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα απόπειρα. Στο εξωτερικό υπάρχουν συγγραφείς που το έχουν επιχειρήσει ήδη. Είναι κάτι καινούριο, άλλωστε και τα ιστολόγια (μπλογκ) είναι κάτι καινούριο για την Ελλάδα. Έχει όμως μεγάλο ενδιαφέρον και θα έχει μέλλον.

από τον Μάκη Αποστολάτο

(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΟΜΠΡΕΛΑ, Σεπτέμβριος 2007)

Labels:

Wednesday, May 02, 2007

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ 3.

«Η Ιστορία αποτελείται κυρίως από ηττημένους, από αφανείς, από απατημένους»

Κάτω από τα σημερινά ηλεκτρικά φώτα, όσο λαμπερά κι αν είναι, όσο εκτυφλωτικά, σπάνια τα σκοτάδια της ψυχής του σύγχρονου ανθρώπου κατορθώνουν να καταποντιστούν, να κρυφτούν, να απαλυνθούν έστω. Κι εκεί έρχεσαι κι αναζητάς το φως των κηρίων μιας άλλη εποχής που μπορεί ν’ ανάψει και να υποδαυλίσει μόνο η λογοτεχνία μέσα από τα σκοτεινά σημεία της Ιστορίας. Της Ιστορίας που γράφεται από πολλές μικρές ιστορίες. Τότε φέρνεις το κερί σου πιο κοντά στο πρόσωπο το ιστορικό, το περασμένο, ίσως και ξεχασμένο, κι αναζητάς στις γραμμές του, το έρεβος του μυαλού και της καρδιάς σου, εκεί στο βλέμμα του άλλου, από το παρελθόν, που πρωταγωνίστησε στην Ιστορία, όσο πρωταγωνιστείς κι εσύ στη δική σου μικρή ιστορία.
Αν είσαι βέβαια έτοιμος και διατεθειμένος να παγιδευτείς στη μαγεία του παρελθόντος άλλοτε με αποτροπιασμό και άλλοτε γοητευμένος από την ουσία που σου αφήνει. Όλα αυτά εννοείται, αν σε βοηθήσουν οι συνθήκες. Δηλαδή αν ο συγγραφέας που σου απευθύνεται μέσα από το ιστορικό του μυθιστόρημα, μπορεί να εισχωρήσει στην ανθρώπινη ψυχή, μπορεί να σε ταξιδέψει στις δαιδαλώδεις στοές του μυαλού, μπορεί να σε φέρει εκεί πρόσωπο με πρόσωπο με τους ήρωες, να ακούσεις την ανάσα τους, να νιώσεις τον παλμό της καρδιάς τους, να αφουγκραστείς την έννοια τους.
Και μια τέτοια περίπτωση συγγραφέα είναι η Λεία Βιτάλη. Με το βιβλίο της που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη και τιτλοφορείται «Ιερή παγίδα -Το απόκρυφο χρονικό της Κωνσταντινούπολης» κατορθώνει να γητέψει τον αναγνώστη και να τον φέρει αντιμέτωπο με τη βία και τη σκληρότητα της εποχής που ζούμε, περνώντας τον πρώτα μέσα από τα ιστορικά μονοπάτια του Βυζαντίου, βυθίζοντάς τον στο βούρκο της Βενετίας, και της πολιτικής του καιρού εκείνου, ρίχνοντάς τον στην πυρακτωμένη Πόλη τροφή για τη φωτιά του μίσους. «...Κι ενώ όλα τα πράγματα στη ζωή μας ήταν πάντα τα ίδια, η πολιτική δεν ήταν ποτέ. Άλλαζε κάθε λίγο από και λιγάκι, κι από άνθρωπο σε άνθρωπο...»

- Γιατί γυρίσατε στο παρελθόν με το βιβλίο σας για να μιλήσετε για τη βία και τα δεινά του πολέμου; Λέτε χαρακτηριστικά κάπου: «...Ο πόλεμος έμπαινε σιγά σιγά στην ψυχή μας...»
«Κοιτάξτε, οι τελευταίοι πόλεμοι είναι πολύ νωποί ακόμη στο μυαλό μας. Αν μιλούσα γι’ αυτούς θα ήταν εν θερμώ. Ωστόσο το «εν θερμώ» δεν είναι καλός σύμβουλος στη λογοτεχνία, σας το ορκίζομαι. Άλλωστε είναι πολύ δύσκολο να κρατηθείς αντικειμενικός. Σίγουρα το αίσθημα της δικαιοσύνης που διακρίνει συνήθως τον συγγραφέα θα τον έκανε να κλίνει προς τη μεριά των θυμάτων. Κι αυτό σε τελική ανάλυση θα έμοιαζε διδακτικό. Πιστεύω ότι και οι θύτες είναι θύματα κάποιων άλλων θυτών. Πάντα υπάρχει πίσω από έναν «κακό» κάποιος πιο «κακός» που τον ωθεί στις ακρότητες του πολέμου. Ας μην ξεγελιόμαστε με τις βιτρίνες. Ο πόλεμος μπαίνει ύπουλα στην ψυχή.»

- Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου αναγράφεται: «Εδώ δεν υπάρχουν ήρωες». Αισθάνεστε ότι το ίδιο συμβαίνει και με τη δική μας εποχή;
«Αντίθετα. Νομίζω ότι η εποχή μας είναι γεμάτη ήρωες. Μόνο που δεν είναι πραγματικοί. Είναι εικονικοί! Ξέρετε εγώ δεν είμαι υπέρ των ηρώων. Και συνήθως η Ιστορία μας μιλάει για τους ήρωες, τους νικητές, ή τους πεσόντες ηρωικά. Αυτό κατά τη γνώμη μου είναι παραποίηση της Ιστορίας. Η Ιστορία αποτελείται κυρίως από ηττημένους, από αφανείς, από απατημένους. Ακόμη και τα «σπουδαία» ιστορικά πρόσωπα θεωρώ πως στην πραγματικότητα ήταν απατημένοι. Κι εγώ προσπάθησα να αποκαλύψω αυτή την απάτη. Να ξεσκεπάσω κίνητρα και σκοτεινές επιθυμίες. Το κουρέλιασμα π.χ. ενός βασιλιά που χάνει τον θρόνο και το σκάει για να σώσει το τομάρι του εγκαταλείποντας αυτούς που έπρεπε να υπερασπιστεί. Το ίδιο κάνουν όλοι οι ηγέτες στα δύσκολα αν δεν προλάβουν να τους σκοτώσουν οι αντίπαλοι. Αυτοί είναι οι δικοί μου αντιήρωες.»

- Ποιες αντιστοιχίες βρίσκετε ανάμεσα σε μας και στους ανθρώπους της εποχής της Άλωσης;
«Οι δυνατοί κατασπαράσσουν τους αδύνατους. Τότε η δύναμη ήταν το Ισλάμ και οι νεαροί μωαμεθανοί Τούρκοι.»

- Με εντυπωσίασαν τα εμβριθή και απολύτως τεκμηριωμένα ψυχογραφήματα των πρωταγωνιστών της «Ιερής Παγίδας», αν και δεν συναντά εύκολα κανείς κάτι τέτοιο στα ιστορικά μυθιστορήματα. Πώς ένας άνθρωπος του 21ου αιώνα μπορεί να βυθιστεί στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων της Πόλης του 1453 μ.Χ.;
«Η συγγραφή αυτού του βιβλίου κράτησε έξι χρόνια και ήταν μια επίπονη αλλά συναρπαστική περιπέτεια. Ήθελα να γράψω ένα αλλιώτικο ιστορικό μυθιστόρημα που να εστιάζει στους ανθρώπους και στην ψυχολογία τους, ενώ τα γεγονότα θα προέκυπταν από αυτούς, από τις επιθυμίες τους και τις φιλοδοξίες τους και τη σύγκρουσή τους με τους άλλους. Ήταν πολύ φιλόδοξο. Ένα στοίχημα με τον εαυτό μου. Λατρεύω τα δύσκολα, με κάνουν να νιώθω ότι πραγματικά παλεύω κι αυτό με τροφοδοτεί. Στο σπίτι που μένω, υπάρχει ένα υπόγειο που η επικοινωνία του με το υπόλοιπο σπίτι είναι ελάχιστη. Μπορείς να κλειστείς εκεί, να σβήσεις το φως, ν’ ανάψεις κεριά, να βλέπεις γύρω στους πέτρινους τοίχους σκιές και ν’ ακούς μόνο τα γαυγίσματα των σκύλων. Τότε αρχίζεις και νιώθεις έναν αλλιώτικο φόβο. Την εποχή εκείνη την χαρακτήριζε ο φόβος. Όχι όπως σήμερα που είναι αόρατος αλλά χειροπιαστός. Έτσι εισχώρησα σιγά σιγά στην ψυχολογία των ηρώων μου.»

- Τι δουλειά απαιτήθηκε από σας σε επίπεδο μελέτης και έρευνας;
«Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να ξανακάνω αυτή τη δουλειά. Έχω αποκτήσει μια μεγάλη βιβλιοθήκη από συγγράμματα της εποχής, βιβλία γνωστών βυζαντινολόγων, papers από καθηγητές ξένων πανεπιστημίων που έγραψαν κείμενα βάσει των αρχείων της Βενετίας. Έγιναν ατελείωτες εποικοδομητικές συζητήσεις με γνωστούς έλληνες βυζαντινολόγους, καθοδηγήθηκα στις πρώτες μου έρευνες από τον αείμνηστο βυζαντινολόγο σερ Στήβεν Ράνσιμαν. Κι όλο αυτό κράτησε έντεκα χρόνια. Ούτε ξέρω πώς πέρασαν. Αλλά τα λάτρεψα όλα αυτά. Έτσι ανακάλυψα μια μέρα τον μικρό Ιάκωβο Νοταρά, τον πανέμορφο 14χρονο γιο του Πρωθυπουργού του Βυζαντίου, για τον οποίο είναι γνωστό ότι τον… ερωτεύθηκε ο Μωάμεθ ο πορθητής κι άλλοι λένε ότι τον σκότωσε κι άλλοι ότι τον πήρε στο χαρέμι του. Προτίμησα τη δεύτερη εκδοχή που συνάδει και με τις αποκαλύψεις των αρχείων της Βενετίας. Έτσι έστησα το παραμύθι μου.»

- Θα ήθελα να μάθω ποιο ήταν το αρχικό σας ερέθισμα-κίνητρο για να γράψετε αυτό το μυθιστόρημα.
«Μα η καταγωγή μου από την Κωνσταντινούπολη. Έψαχνα τις ρίζες μου, τη διαφορετικότητά μου, τις μνήμες του πατέρα μου. Και σιγά σιγά κατρακυλούσα με τα γιατί και τα πώς προς τα πίσω. Ώσπου βρέθηκα αντιμέτωπη με το κορυφαίο γεγονός της Άλωσης. Κι εκεί σταμάτησα. Κι άρχισα να ψάχνω. Και ανακάλυψα άλλα από αυτά που ήξερα για το ρόλο της εκκλησίας, τον πάπα, τους ηγέτες, την ίδια την άλωση της Πόλης. Ξέρετε κάτι; Η ιστορία που γράφουν οι ιστορικοί βασίζεται σε γεγονότα. Αυτά τα γεγονότα ωστόσο πολλές φορές αφήνουν κενά καθώς οι ιστορικοί έχουν τον ανασταλτικό παράγοντα της αντικειμενικότητας. Αυτά τα κενά ο συγγραφέας μπορεί να τα γεμίσει με υποκειμενικές απόψεις και φαντασία, έτσι που το παζλ να ολοκληρώνεται. Και μ’ αυτόν τον μαγικό τρόπο η ιστορία να γίνεται πιο αληθινή. Πιο ανθρώπινη.»

- Για μια συγγραφέα, σαν κι εσάς, με πλούσιο παρελθόν θεατρικών κειμένων δεν ήταν λίγο «παρακινδυνευμένο» να στραφείτε στο ιστορικό μυθιστόρημα που θεωρείται περίπου «μόδα» τα τελευταία χρόνια;
«Και τι είναι αυτό που αποκλείει τον συγγραφέα από το να γράφει και μυθιστορήματα και θεατρικά έργα; Ανέκαθεν το έκανα αυτό και με γοήτευε και με ανανέωνε. Έχω γράψει εφτά βιβλία και εφτά θεατρικά. Εναλλάξ. Υπάρχουν θέματα που απαιτούν αφήγηση για να υλοποιηθούν και άλλα διάλογο. Άλλωστε εγώ πάντα είχα να κάνω κατ’ αρχήν με χαρακτήρες και την ψυχολογία τους.»

- Γράφετε στο βιβλίο για το βασικό σας ήρωα, τον Ιάκωβο, ότι ο πατέρας του τον συμβούλευε να πηγαίνει με το ρεύμα. Πώς θέλετε να κινείστε εσείς στο λογοτεχνικό χώρο; Αισθάνεστε ότι υπάρχει κάποιο ρεύμα αυτή τη στιγμή στη νεοελληνική λογοτεχνία; Και πώς βλέπετε τον εαυτό σας; Τον τοποθετείτε κάπου;
«Να σας πω. Όποιος πηγαίνει με το ρεύμα κάνει συνήθως ανώδυνα πράγματα, γλιστράει μαλακά πάνω στην επιφάνεια, γράφει βιβλία που χαϊδεύουν τον αναγνώστη και το κατεστημένο, είναι ως επί το πλείστον καλό παιδί, γίνεται πολλές φορές ευπώλητος, δεν ταράζει. Δεν ξέρω αν με χαρακτηρίζουν όλα αυτά. Πάντως έτσι κι αλλιώς απεχθάνομαι τις ταμπέλες, τις μόδες και τα ρεύματα. Με κρυώνουν! Πάντως στην Ελλάδα έχουμε καλούς συγγραφείς ανεξαρτήτως ρευμάτων.»

- Η πολιτική, η εξουσία, η δύναμη, το χρήμα κινούν τα νήματα της Ιστορίας, μέσα από τη δική σας εν προκειμένω μυθοπλαστική σκοπιά, όπως και ο έρωτας. Μιλήστε μου λίγο για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίσατε το θέμα σας μέσα απ’ αυτό το πρίσμα.
«Μα όλα αυτά είναι η ίδια η ζωή, δεν είναι; Δεν μπορώ να σκεφτώ να γράψω χωρίς να τα συμπεριλάβω όλα αυτά. Θα είναι κάτι μισό, ανολοκλήρωτο, ψεύτικο, από μια μόνο σκοπιά. Δεν θα μιλάω για αληθινούς ανθρώπους αλλά για μονοδιάστατα καρτούν.»

- Κατάγεστε από την Κωνσταντινούπολη. Τι ρόλο έχει διαδραματίσει αυτό στις επιλογές σας στο εν λόγω μυθιστόρημα, αλλά και εν γένει στη διαμόρφωση της δικής σας συγγραφικής προσωπικότητας;
«Θα έλεγα με έχει διαμορφώσει ως άνθρωπο κατ’ αρχήν και κατόπιν ως συγγραφέα. Νιώθω ξένη στον τόπο που ζω. Πρέπει συνεχώς να αποδεικνύω την αξία μου, αν έχω βέβαια κάποια. Νιώθω άνθρωπος χωρίς ρίζες. Ο πατέρας μου δεν είχε ρίζες εδώ. Αλλά ούτε και η μητέρα μου. Οι δικοί της ήταν μετανάστες στην Αμερική. Δεν είχαμε χωριό να πάμε. Και φίλους από τα παιδικά μας χρόνια. Αυτό δημιουργεί μια άλλη στάση ζωής και περνάει σε οτιδήποτε κάνεις.»

- Στο βιβλίο εμφανίζονται πολύ γήινοι άνθρωποι-χαρακτήρες από την πλευρά των αισθημάτων και των σκέψεων, προσιτοί στον αναγνώστη, και από την άλλη, υπάρχει μια έντονη μεταφυσική χροιά που διαπερνά όλο το βιβλίο. Αυτό είναι και, κατά τη γνώμη μου, το δυνατό στοιχείο της «Ιερής Παγίδας». Ήταν δική σας επιδίωξη αυτό; Και πώς το «χτίσατε» μέσα από την αφήγηση;
«Χαίρομαι που σας άγγιξε αυτό. Δεν θα το χαρακτήριζα ως «μαγικό ρεαλισμό» γιατί είναι κάτι που προκύπτει από μια πολύ δυνατή επιθυμία. Στο βιβλίο υπάρχει μια παράξενη υπερβατική επικοινωνία μεταξύ της αφηγήτριας και του πρωταγωνιστή που είναι αδέλφια και που εκείνη γεννήθηκε για να πάρει τη δική του θέση στην καρδιά της μητέρας τους. Έτσι είναι σαν να βρίσκεται εκείνη πάντα μέσα στο δικό του το μυαλό. Βιώνει τη ζωή του και την αφηγείται. Δεν είναι ένας τριτοπρόσωπος παντογνώστης αφηγητής. Είναι μια πολύ υποκειμενική οπτική. Που με γοήτευσε πολύ όταν το σκέφτηκα γιατί είναι κάτι πρωτόγνωρο. Ω, έχει πολλά τρελά αυτό το βιβλίο.»

- Υπάρχει στο μυθιστόρημα και μια άλλη βασανιστική και συνάμα γοητευτική διελκυστίνδα, αυτή της Ανατολής-Δύσης. Και σε επίπεδο σκέψης και φιλοσοφίας και πολιτικής. Οι δύο πόλοι που είτε απωθούνται είτε συγκρούονται στη «χρυσή τομή» της Πόλης. Νιώθετε σήμερα να έχει αμβλυνθεί αυτό το τραγικό δίπτυχο ή μήπως μεταλλάσσεται παγκοσμίως σ’ αυτό το εξίσου επικίνδυνο ισλαμικός-δυτικός κόσμος;
«Κοιτάξτε πιστεύω ότι ο διπολισμός είναι βαθιά ριζωμένος μέσα στον άνθρωπο. Και σε επίπεδο προσωπικό αλλά και σε επίπεδο κοινωνικό. Ο άνθρωπος είναι πολεμιστής, βίαιος, και η φύση του απαιτεί το αντίπαλο δέος για να πολεμήσει και να νικήσει ή να ηττηθεί. Έτσι δημιουργούνται τα αντίθετα. Που συγκρούονται και έλκονται. Όλη η ιστορία του ανθρώπου είναι αυτά τα δυο αντίθετα. Καλό-κακό. Πλούσιος-φτωχός. Ωραίος-άσκημος. Δύση-Ανατολή. Πιστός-άπιστος και ούτω καθ’ εξής. Και ο άλλος πάντα είναι ο εχθρός. Φυσικά αυτό είναι ένας τρόπος χειραγώγησης του κόσμου. Μια ολόκληρη μυθολογία που πίσω από αυτήν κρύβονται άλλα πράγματα. Με την «Ιερή Παγίδα» το κατάλαβα πολύ καλά αυτό το κόλπο. Μη νομίζετε ότι ένας συγγραφέας ξέρει απολύτως που βαδίζει γράφοντας. Το ενδιαφέρον είναι ότι η ίδια η γραφή σου αποκαλύπτει και σε διαμορφώνει. Βγήκα από αυτήν την περιπέτεια ίσως λίγο πιο σοφή.»

- Πείτε μου λίγα λόγια για τις λογοτεχνικές σας επιρροές.
«Ο πατέρας μου διάβαζε γαλλική λογοτεχνία, Ουγκώ, Μπαλζακ, Ρομαίν Ρολλάν. Η μητέρα μου Καζαντζάκη, Ντοστογιέφσκι, Τολστόι. Συνέχισα με Πόε, Κάφκα, Γιουρσενάρ, Ντυράς, Γουλφ, Χάντκε, Ντε Σαντ, Τσέχωφ, Ύψεν, Μάρκες, Σαραμάγκου, ελληνική λογοτεχνία αλλά και αστυνομικά, μυστηρίου, πορνογραφικά, κόμικς. Μπορώ να αραδιάσω ατέλειωτα ονόματα. Είμαι μανιώδης και καθόλου εκλεκτική στα είδη. Αρκεί να με γοητεύει. Και αφήνομαι να γοητεύομαι σαν παιδί. Όπως όταν γράφω.»

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΚΑΛΙΔΗ

(Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στη «Φιλολογική Βραδυνή» 27/1/2006)

Labels: